τουφωτός

τουφωτός
η , ό с бахромой

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "τουφωτός" в других словарях:

  • τουφωτός — ή, ό, Ν αυτός που έχει τούφες. [ΕΤΥΜΟΛ. < τούφα + κατάλ. ωτός (πρβλ. γραμμ ωτός)] …   Dictionary of Greek

  • τουφωτός — ή, ό αυτός που έχει τούφες, θυσανωτός: Τουφωτή περικεφαλαία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»